Πώς λειτουργεί η CBT Coaching και η Behaviour Performance
Πώς οι γνωσιακές και συμπεριφορικές τεχνικές μετατρέπουν
τους στόχους σε συνεπή συμπεριφορά και απόδοση
Η CBT Coaching εφαρμόζει τις αρχές της γνωσιακής συμπεριφορικής προσέγγισης σε άτομα που θέλουν να βελτιώσουν την απόδοσή τους, όχι να θεραπευτούν κάποια διαταραχή. Το άρθρο εξηγεί πώς οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές αλληλοεπιδρούν, πώς η «συμπεριφορική απόδοση» (behaviour performance) διαμορφώνεται μέσα από στόχους, συνήθειες και εξάσκηση, και ποια είναι η ερευνητική τεκμηρίωση και τα όριά της. Περιγράφει επίσης τη διαδικασία των συνεδριών και το πότε η μετάβαση σε θεραπεία είναι απαραίτητη.
Τι είναι η CBT Coaching
Η CBT Coaching είναι μια δομημένη συνεργασία που χρησιμοποιεί τις αρχές της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας για να βοηθήσει ένα άτομο να πετύχει συγκεκριμένους στόχους στην εργασία, στις σχέσεις ή στην καθημερινότητα (Neenan & Dryden, 2002). Η βασική υπόθεση είναι ότι ο τρόπος που ερμηνεύουμε μια κατάσταση επηρεάζει το πώς νιώθουμε και το τι κάνουμε (Beck, 2020).
Η διαφορά από τη θεραπεία βρίσκεται στον σκοπό και στους ανθρώπους που απευθύνεται. Η θεραπεία απευθύνεται σε άτομα με κλινική διαταραχή ή έντονη δυσφορία και στοχεύει την ανακούφιση συμπτωμάτων. Το coaching απευθύνεται σε άτομα που λειτουργούν αρκετά καλά και θέλουν να περάσουν από το σημείο όπου βρίσκονται σε εκείνο όπου θέλουν να φτάσουν. Το εργαλείο είναι κοινό, ο σκοπός διαφορετικός.
Η CBT ως θεραπεία έχει ισχυρή τεκμηρίωση σε πολλές διαταραχές (Hofmann et al., 2012). Η μεταφορά των τεχνικών της στο coaching είναι λογική, αλλά η τεκμηρίωση του coaching πρέπει να αξιολογείται ξεχωριστά, όπως γίνεται παρακάτω.
Ο κύκλος σκέψης, συναισθήματος και συμπεριφοράς
Στο κέντρο της μεθόδου βρίσκεται ένας κύκλος: μια κατάσταση προκαλεί μια σκέψη, η σκέψη ένα συναίσθημα και το συναίσθημα μια συμπεριφορά, που με τη σειρά της διαμορφώνει την επόμενη κατάσταση (Beck, 2020). Ένα παράδειγμα: ένα στέλεχος αναλαμβάνει μια παρουσίαση και σκέφτεται «θα φανεί ότι δεν είμαι ικανός». Νιώθει άγχος, αναβάλλει την προετοιμασία και παρουσιάζει χειρότερα από όσο μπορούσε. Το αποτέλεσμα φαίνεται να επιβεβαιώνει την αρχική σκέψη. Το coaching παρεμβαίνει σε οποιονδήποτε κρίκο της αλυσίδας (Neenan & Dryden, 2002).
Τα βασικά εργαλεία είναι συγκεκριμένα και μετρήσιμα:
- Καταγραφή. Το άτομο σημειώνει καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα και πράξεις, ώστε να δει το μοτίβο αντί να το ερμηνεύει από μνήμης.
- Έλεγχος σκέψεων. Ο coach ρωτά «ποια στοιχεία υπάρχουν υπέρ και κατά;» και «τι θα έλεγα σε έναν φίλο;», χωρίς να αντικαθιστά τη σκέψη με μια ψεύτικα θετική.
- Συμπεριφορικά πειράματα. Η νέα εκδοχή δοκιμάζεται στην πράξη, π.χ. μια σύντομη παρουσίαση σε μικρή ομάδα, και αξιολογείται το αποτέλεσμα.
- Ασκήσεις μεταξύ των συνεδριών. Η εργασία δεν σταματά στο γραφείο του coach. Η μετα-ανάλυση των Kazantzis et al. (2010) συνδέει τις ασκήσεις μεταξύ των συνεδριών με καλύτερα αποτελέσματα στη γνωσιακή και συμπεριφορική θεραπεία.
- Δομημένη συνεδρία. Κάθε συνεδρία έχει ατζέντα, ανασκόπηση των ασκήσεων και μία νέα άσκηση (Beck, 2020).
Behaviour performance: η συμπεριφορική απόδοση
Στο άρθρο αυτό ο όρος behaviour performance αναφέρεται στη βελτίωση της απόδοσης μέσω της αλλαγής συμπεριφοράς: τι κάνω, πότε και πόσο συχνά. Η έρευνα δίνει τέσσερα εργαλεία που ενσωματώνονται στη δουλειά.
Στόχοι. Οι συγκεκριμένοι και προκλητικοί στόχοι οδηγούν σε υψηλότερη απόδοση από το γενικό «κάνω ό,τι μπορώ» (Locke & Latham, 2002). Για το λόγο αυτό το coaching μετατρέπει το «θέλω να γίνω πιο οργανωμένος» σε μετρήσιμο στόχο, π.χ. «κάθε πρωί από 9:00 έως 9:30 δουλεύω μόνο στο βασικό έργο μου».
Σχέδια «αν-τότε». Το σχέδιο «όταν συμβεί Χ, θα κάνω Ψ» διευκολύνει την υλοποίηση. Σε μετα-ανάλυση 94 ανεξάρτητων μελετών, τα σχέδια αυτά είχαν μέτριο έως μεγάλο αποτέλεσμα στην επίτευξη των στόχων (d = 0,65; Gollwitzer & Sheeran, 2006).
Συνήθειες. Σε μελέτη όπου εθελοντές επαναλάμβαναν μια καθημερινή συμπεριφορά για 12 εβδομάδες, ο χρόνος μέχρι να γίνει αυτόματη διέφερε έντονα, από 18 έως 254 ημέρες, ενώ η παράλειψη μιας μόνο ημέρας δεν επηρέασε ουσιαστικά τη διαδικασία (Lally et al., 2010). Τα συμπεράσματα είναι δύο: η αλλαγή χρειάζεται χρόνο, και μια αποτυχία δεν την αναιρεί.
Εξάσκηση. Η εξάσκηση με σαφή αντικείμενο και ανατροφοδότηση συνδέθηκε με την εξείδικευμένη απόδοση (Ericsson et al., 1993). Η μετα-ανάλυση των Macnamara et al. (2014) δείχνει όμως ότι η εξάσκηση εξηγεί το 12% της διακύμανσης της απόδοσης, με πολύ μικρότερο μερίδιο στα επαγγέλματα (κάτω από 1%). Η εξάσκηση δεν εξηγεί λοιπόν τα πάντα. Είναι ένα μέρος της εικόνας.
Αυτεπάρκεια. Η πεποίθηση ότι μπορώ να πραγματοποιήσω μια συμπεριφορά επηρεάζει την έναρξη, την προσπάθεια και την επιμονή, και τρέφεται από τις δικές μας επιτυχίες (Bandura, 1977). Για τον λόγο αυτό οι πρώτοι στόχοι είναι μικροί και εφικτοί. Εδώ η γνωσιακή πλευρά συναντά τη συμπεριφορική: οι σκέψεις «δεν το καταφέρνω» ελέγχονται με πραγματικά δεδομένα από την πράξη.
Πώς είναι μια διαδικασία coaching
Η διαδικασία προχωρά σε καθορισμένα βήματα. Ο αριθμός των συνεδριών διαφέρει ανάλογα με τον στόχο. Στη μελέτη των Grant et al. (2009) το πρόγραμμα είχε τέσσερις συνεδρίες.
- Στόχος και μέτρο. Ορίζεται τι αλλάζει στη συμπεριφορά και πώς θα φανεί.
- Γραμμή βάσης. Μία έως δύο εβδομάδες καταγραφής του τι συμβαίνει τώρα.
- Εντοπισμός εμποδίων. Ποιες σκέψεις και συμπεριφορές τον κρατούν πίσω, με βάση τη γραμμή βάσης.
- Πειράματα και ασκήσεις. Μικρά βήματα με σχέδια «αν-τότε» μεταξύ των συνεδριών.
- Ανασκόπηση. Το αποτέλεσμα συγκρίνεται με τη γραμμή βάσης και ο σχεδιασμός προσαρμόζεται.
- Πρόληψη υποτροπής. Σχεδιάζονται οι αντιδράσεις σε αποτυχίες και δυσκολίες, ώστε η αλλαγή να μείνει μετά το τέλος των συνεδριών.
Η σχέση μεταξύ coach και πελάτη είναι συνεργατική. Ο πελάτης διαλέγει το θέμα και το πείραμα, ο coach δίνει δομή, ερωτήσεις και εργαλεία.
Τεκμηρίωση, όρια και πότε χρειάζεται θεραπεία
Οι μελέτες δείχνουν ότι το coaching συνδέεται με οφέλη, αλλά η εικόνα έχει όρια. Σε τυχαιοποιημένη μελέτη 41 εκτελεστικών, το coaching με γνωσιακό-συμπεριφορικό και πρόγραμμα με επίκεντρο τη λύση αύξησε την επίτευξη στόχων, την ανθεκτικότητα και την ευεξία στον χώρο εργασίας και μείωσε την κατάθλιψη, σε σύγκριση με ομάδα ελέγχου σε αναμονή. Το άγχος δεν έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων (Grant et al., 2009). Σε πιο μικρή μελέτη 20 ενηλίκων, χωρίς ομάδα ελέγχου, η συμμετοχή συνδέθηκε με βελτιωμένη ψυχική υγεία, ποιότητα ζωής και επίτευξη στόχων (Grant, 2003), χωρίς να μπορεί να εξαχθεί αιτιώδης σχέση.
Σε μετα-αναλύσεις τα αποτελέσματα είναι θετικά, με μικρό έως μέτριο μέγεθος. Η ανασκόπηση των Theeboom et al. (2014) βρήκε θετικά αποτελέσματα στην απόδοση, την ευεξία, την αντιμετώπιση του στρες και την αυτορύθμιση, με μέγεθος επίδρασης (Hedges g) από 0,43 έως 0,74. Η μετα-ανάλυση των Jones et al. (2016), σε 17 μελέτες, βρήκε συνολικό μέγεθος 0,36. Τα δεδομένα αυτά αφορούν το coaching συνολικά. Δεν δείχνουν ότι η CBT Coaching αποδίδει καλύτερα από άλλες μεθόδους, και η ισχυρή τεκμηρίωση της CBT στη θεραπεία δεν μεταφέρεται αυτομάτως στο coaching.
Πότε χρειάζεται θεραπεία. Η γραμμή μεταξύ coaching και θεραπείας δεν είναι πάντα αυστηρή. Σε συνεντεύξεις με οκτώ έμπειρους coaches προέκυψε ότι θέματα όπως η κατάθλιψη, το πένθος και τα προβλήματα σχέσης εισέρχονται στις συνεδρίες, και ότι το όριο διαμορφώνεται από την προθυμία του πελάτη, την επάρκεια του coach και το συμβόλαιο της συνεργασίας (Maxwell, 2009). Η μελέτη είναι ποιοτική, με μικρό δείγμα, και δεν ορίζει κριτήρια παραπομπής.
Στην πράξη, η παραπομπή σε θεραπεία είναι αναγκαία όταν υπάρχουν ενδέιξεις κλινικής διαταραχής: επίμονη χαμηλή διάθεση ή έντονο άγχος που διαρκούν εβδομάδες, προβλήματα που επηρεάζουν τον ύπνο, την εργασία ή τις σχέσεις, ή σκέψεις αυτοτραυματισμού (σε αυτή την περίπτωση, καλέστε άμεσα το 112). Σε μελέτη 241 ενηλίκων με μείζονα κατάθλιψη, η συμπεριφορική ενεργοποίηση, δηλαδή προγραμματισμένες δραστηριότητες, ήταν συγκρίσιμη με τη φαρμακευτική αγωγή στις βαριές περιπτώσεις (Dimidjian et al., 2006). Η μελέτη αυτή δείχνει ότι οι συμπεριφορικές τεχνικές έχουν νόημα και στη θεραπεία, και ότι εκεί εφαρμόζονται από ειδικό που αξιολογεί την κατάσταση.
Βιβλιογραφία
- Bandura, A. (1977). Self-efficacy: Toward a unifying theory of behavioral change. Psychological Review, 84(2), 191–215.
- Beck, J. S. (2020). Cognitive behavior therapy: Basics and beyond (3rd ed.). Guilford Press.
- Dimidjian, S., Hollon, S. D., Dobson, K. S., Schmaling, K. B., Kohlenberg, R. J., Addis, M. E., Gallop, R., McGlinchey, J. B., Markley, D. K., Gollan, J. K., Atkins, D. C., Dunner, D. L., & Jacobson, N. S. (2006). Randomized trial of behavioral activation, cognitive therapy, and antidepressant medication in the acute treatment of adults with major depression. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 74(4), 658–670. https://doi.org/10.1037/0022-006X.74.4.658
- Ericsson, K. A., Krampe, R. T., & Tesch-Römer, C. (1993). The role of deliberate practice in the acquisition of expert performance. Psychological Review, 100(3), 363–406. https://doi.org/10.1037/0033-295X.100.3.363
- Gollwitzer, P. M., & Sheeran, P. (2006). Implementation intentions and goal achievement: A meta-analysis of effects and processes. Advances in Experimental Social Psychology, 38, 69–119. https://doi.org/10.1016/S0065-2601(06)38002-1
- Grant, A. M. (2003). The impact of life coaching on goal attainment, metacognition, and mental health. Social Behavior and Personality, 31(3), 253–264. https://doi.org/10.2224/sbp.2003.31.3.253
- Grant, A. M., Curtayne, L., & Burton, G. (2009). Executive coaching enhances goal attainment, resilience and workplace well-being: A randomised controlled study. The Journal of Positive Psychology, 4(5), 396–407. https://doi.org/10.1080/17439760902992456
- Hofmann, S. G., Asnaani, A., Vonk, I. J. J., Sawyer, A. T., & Fang, A. (2012). The efficacy of cognitive behavioral therapy: A review of meta-analyses. Cognitive Therapy and Research, 36(5), 427–440. https://doi.org/10.1007/s10608-012-9476-1
- Jones, R. J., Woods, S. A., & Guillaume, Y. R. F. (2016). The effectiveness of workplace coaching: A meta-analysis of learning and performance outcomes from coaching. Journal of Occupational and Organizational Psychology, 89(2), 249–277. https://doi.org/10.1111/joop.12119
- Kazantzis, N., Whittington, C., & Dattilio, F. (2010). Meta-analysis of homework effects in cognitive and behavioral therapy: A replication and extension. Clinical Psychology: Science and Practice, 17(2), 144–156.
- Lally, P., van Jaarsveld, C. H. M., Potts, H. W. W., & Wardle, J. (2010). How are habits formed: Modelling habit formation in the real world. European Journal of Social Psychology, 40(6), 998–1009. https://doi.org/10.1002/ejsp.674
- Locke, E. A., & Latham, G. P. (2002). Building a practically useful theory of goal setting and task motivation: A 35-year odyssey. American Psychologist, 57(9), 705–717. https://doi.org/10.1037/0003-066X.57.9.705
- Macnamara, B. N., Hambrick, D. Z., & Oswald, F. L. (2014). Deliberate practice and performance in music, games, sports, education, and professions: A meta-analysis. Psychological Science, 25(8), 1608–1618. https://doi.org/10.1177/0956797614535810
- Maxwell, A. (2009). The co-created boundary: Negotiating the limits of coaching. International Journal of Evidence Based Coaching and Mentoring, Special Issue 3, 82–94.
- Neenan, M., & Dryden, W. (2002). Life coaching: A cognitive behavioural approach. Routledge.
- Theeboom, T., Beersma, B., & van Vianen, A. E. M. (2014). Does coaching work? A meta-analysis on the effects of coaching on individual level outcomes in an organizational context. The Journal of Positive Psychology, 9(1), 1–18. https://doi.org/10.1080/17439760.2013.837499
